Αδελφικές Σχέσεις

Τι ρόλο παίζουν στη πορεία της ζωής μας;

Η ψυχολογία έως σήμερα έχει επικεντρωθεί κυρίως στις σχέσεις και στην αλληλεπίδραση που αναπτύσσεται μεταξύ παιδιών και γονέων, προκειμένου να μελετηθεί η ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο, πέρα από τους γονείς, σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι και η παρουσία ή η απουσία των αδελφών που παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των οικογενειακών σχέσεων και επηρεάζει την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Δεσμοί αίματος, αλλά και δεσμοί συναισθηματικοί, πολύ δυνατοί, μας συνδέουν. Σχέσεις ζωής που, κατά πάσα πιθανότητα, θα μας συνοδεύουν μέχρι να γεράσουμε. Οι αρχαίες τραγωδίες, οι μύθοι και τα παραμύθια είναι γεμάτα από ιστορίες αδελφών που θυσιάζονται ο ένας για τον άλλον, καταστρέφουν ή και σκοτώνουν. Τις αδελφικές σχέσεις τις χαρακτηρίζουν συναισθήματα αγάπης και μίσους, αφοσίωσης και αντιζηλίας, κάτι που είναι απόλυτα φυσιολογικό και υγειές.

Η ζήλια είναι συναίσθημα φυσιολογικό για τα αδέλφια, γιατί πρέπει να μοιραστούν, ενώ δε θέλουν, την αγάπη και την αγκαλιά της ίδιας μητέρας. Το μοίρασμα, αυτό που  είναι απειλητικό και ανεπιθύμητο, θα γίνει αυτό που ενώνει τα αδέλφια. Εφόσον κανένα από τα αδέλφια δεν μπορεί να έχει αποκλειστικά τη μητέρα, νιώθουν ότι έχουν κάτι κοινό. Ταυτίζονται το ένα με το άλλο και έτσι, εκτός από ζήλια και ανταγωνισμό αρχίζουν να νιώθουν αγάπη. Αντιλαμβάνονται ότι μοιάζουν σε κάτι, στο ότι μοιράζονται τη γονεϊκή αγάπη και προσοχή, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συμμαχίας μεταξύ των αδελφών.

Κάθε αδελφική σχέση αρχίζει με ένα πρωτότοκο παιδί, που στην αρχή είναι μόνο του και συνήθως απολαμβάνει απερίσπαστα και απεριόριστα την αγάπη και το ενδιαφέρον της μητέρας και στη συνέχεια και του πατέρα. Αυτό είναι ένα καταπληκτικό προνόμιο, που απολαμβάνουν τα πρωτότοκα παιδιά κάθε οικογένειας και το οποίο βέβαια δεν θέλουν να χάσουν. Τα πράγματα αλλάζουν από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να διαισθάνεται την εγκυμοσύνη της μητέρας του. Τόσο το παιδί, όσο και οι γονείς βιώνουν πρωτόγνωρα συναισθήματα.   Αυτός ο καινούριος άνθρωπος εισβάλλει με τρόπο ιδιαίτερα δυναμικό και απαιτητικό στη ζωή της οικογένειας, όπου απαιτείται από τους γονείς το πρωτότοκο παιδί να το αγαπήσει από τη πρώτη στιγμή της γέννησής του. Αντίθετα, η «εκθρόνιση» του πρώτου παιδιού μπορεί να δημιουργήσει συναισθήματα θυμού, μίσους, προδοσίας, ανεπάρκεια ως προς το κατά πόσο είναι ακόμα επιθυμητό, αμφιβολία για το αν το αγαπούν. Αντιφατικά συναισθήματα όπως αγάπη-μίσος, θαυμασμός-ζήλεια, εγγύτητα-αποξένωση, επιθετικότητα-τρυφερότητα, συντροφικότητα-ανταγωνισμός, όμοιος-διαφορετικός αποτελούν μια πολύτιμη εμπειρία για ένα παιδί προκειμένου να επιτευχθεί η διαφοροποίηση του «εγώ» από τον «άλλον».

Το νέο μέλος, εκτός από παρείσακτο είναι και όμοιο, εκτός από ανταγωνιστής, είναι και φίλος, σύντροφος στο παιχνίδι. Εκείνος που προηγείται ή που έπεται μας προσφέρει μια γνώση για τον κόσμο και τις σχέσεις. Το συναίσθημα της ζήλιας, το οποίο συνηθίζεται να είναι φορτισμένο αρνητικά, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γένεση της κοινωνικότητας και της γνώσης μας για τον κόσμο.

Μέσα από τη σχέση με τα αδέλφια του το παιδί διδάσκεται απλά και αυθόρμητα ηθικές και κοινωνικές συμπεριφορές που διαφορετικά θα περίμενε μέχρι και το σχολείο για να τις διδαχθεί και με τρόπο φυσικό δοκιμάζει πρακτικά έννοιες και συμπεριφορές όπως είναι η ειλικρίνεια, η υπομονή, η αγάπη, η προστασία, η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια.

Οι αδελφικές σχέσεις συντελούν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων,  αποτελούν το κύριο πεδίο όπου το παιδί μαθαίνει να  συναντά και να αποδέχεται τον άλλο, να σχετίζεται μαζί του και να διαχειρίζεται τα συναισθήματα που του προκαλεί το αποτέλεσμα αυτής της σχέσης. Είναι αναμενόμενο στην αρχή να διεκδικεί  την αποκλειστικότητα των γονιών του και να επιθυμεί να κατέχει ότι και ο αντίζηλός του. Το συναίσθημα αυτό είναι εποικοδομητικό γιατί τον ωθεί να ενδιαφερθεί για τον άλλο. Στη συνέχεια μαθαίνει να διαφοροποιείται και να οριοθετείται σε σχέση με τον άλλο. Η οικογένεια αποτελεί τον κατ’ εξοχήν χώρο όπου μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε τις συγκρούσεις, εσωτερικές και εξωτερικές. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργήσαμε σ’ αυτό το πλαίσιο είναι καθοριστικός για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσουμε και στις μετέπειτα σχέσεις της ζωής μας.

H ζήλια δεν είναι μόνο αρνητική, αρκεί να μην καταπιεστεί.
Το ζύγισμα και η σύγκριση των ικανοτήτων και των δυνατοτήτων μεταξύ αδελφών έχει και τη θετική του πλευρά: μας βοηθά μαζί με τη συντροφικότητα που υπάρχει να χτίσουμε την αυτοεικόνα μας και μας ωθεί στο να προσπαθούμε να βελτιωθούμε, ν’ ανακαλύψουμε τις δικές μας προσωπικές κλίσεις και να τις καλλιεργήσουμε.

Και από την άλλη μεριά υπάρχει η αδελφική αγάπη και η αφοσίωση. Είναι όμως διαφορετική από την αγάπη και την αφοσίωση των άλλων σχέσεων, γιατί έχουμε ζυμωθεί με αυτήν από τη βρεφική μας σχεδόν ηλικία, γιατί μας την έχουν καλλιεργήσει, γιατί την ενισχύουν κοινά βιώματα και μνήμες. Τα αδέλφια μας είναι συνήθως οι πρώτοι που μοιράζονται μαζί μας τις παιδικές μας φαντασιώσεις, ακόμη και όταν η διαφορά ηλικίας δεν είναι μικρή. Τα αδέλφια είναι συνήθως οι πρώτοι μας σύμμαχοι απέναντι στους μεγάλους. Είναι αυτοί που μας προστατεύουν ή τους προστατεύουμε, και αυτό ισχύει και όταν μεγαλώνουμε. Τα αδέλφια είναι σύμμαχοι, όταν τα πράγματα στην οικογένεια δεν πάνε καλά, όταν οι γονείς τσακώνονται ή χωρίζουν.

Τα πρότυπα σχέσεων που το παιδί έχει αποκομίσει και φέρει από τις σχέσεις με τα αδέλφια του, τα εφαρμόζει κυρίως σε όλες τις ισότιμες σχέσεις που θα αναπτύξει αργότερα στη ζωή του με άλλα άτομα του περιβάλλοντος του.

Περιγράφοντας ο Λακάν το “σύμπλεγμα της παρείσφρησης”,  αναφέρει:

«στην εμπειρία που βιώνει το υποκείμενο, όταν βλέπει έναν ή περισσότερους από τους ομοίους του να συμμετέχουν στην οικιακή σχέση, ή για να το πούμε διαφορετικά, όταν γνωρίζει αδελφούς».

Μπορούμε ν’ αποφασίσουμε να ζήσουμε μακριά από τ’ αδέλφια μας ή χωρίς αυτά, ή μπορεί να έρθουν έτσι τα πράγματα χωρίς τη θέλησή μας. Είναι πάρα πολύ δύσκολο όμως να μην αναζητάμε έστω και υποσυνείδητα στα όνειρά μας τη σχέση αυτή.

Μεγαλώνοντας οι ποιότητα των αδελφικών σχέσεων αλλάζει. Μπορεί οι δεσμοί να γίνουν πιο στενοί ή πιο απόμακροι. Τι γίνεται όμως όταν ο ανταγωνισμός και η έχθρα δεν σταματούν ποτέ ή επανέρχονται όταν είμαστε ενήλικες; Μπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα ότι η έχθρα μεταξύ ενήλικων αδελφών είτε προέρχεται αποκλειστικά είτε τρέφεται από αντιζηλίες της παιδικής ηλικίας, που δεν ξεπεράστηκαν ή δεν ξεκαθαρίστηκαν ποτέ. O θυμωμένος και ανένδοτος ενήλικας είναι και το παιδί που πληγωνόταν, γιατί π.χ. οι γονείς καμάρωναν τον αδελφό του, γιατί μάλωναν εκείνον επειδή ήταν πιο «ζωηρός». Ερμηνεύει λοιπόν τη σημερινή συμπεριφορά του ενήλικου αδελφού ή της αδελφής ως συνέχεια μιας κατάστασης που τον έκανε να μειονεκτεί και να υποφέρει. Αυτό όμως μπορεί να απέχει πολύ από αυτό που νιώθουν τα αδέλφια αν ερωτούνταν. Τις περισσότερες φορές τα «χαϊδεμένα», τα «ευνοημένα» παιδιά όχι μόνο δεν αποσκοπούσαν σε αυτά τα προνόμια εκ μέρους των γονιών, αλλά υπέφεραν και τα ίδια. Καθώς μεγαλώνουμε, υπάρχει η ανάγκη για ανθρώπους που τους νιώθουμε δικούς μας. Εκτός από τους γονείς, είναι και τα αδέλφια. Είναι μια εξαιρετικά σημαντική σχέση που μας συντροφεύει σχεδόν σε όλη τη πορεία μας και για αυτό αξίζει να τη φροντίσουμε.

Όλα τα παραπάνω που αναφέρονται είναι αυτά που τελικά κάνουν την αδελφική σχέση να αφήνει το στίγμα της στη πορεία μας, στην ανάπτυξή μας, στην εξέλιξή μας. Και όπως κάθε σημαντική σχέση, αναζωπυρώνει έντονα συναισθήματα. Αντί επιλόγου, θα σημειώσω ένα απόσπασμα του ψυχαναλυτή-παιδοψυχίατρος Dr. D. Winnicott:

«Το μίσος αυτό με τον καιρό δίνει τη θέση του στην αγάπη, καθώς το νέο βρέφος εξελίσσεται σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα, με το οποίο παίζει κανείς και για το οποίο νιώθει περήφανος… Νομίζω πως είναι εξαιρετικά πολύτιμη εμπειρία για το παιδί ν’ ανακαλύπτει ότι ο νεότερος αδελφός (ή αδελφή) που αρχίζει ν’ αγαπάει είναι το ίδιο πρόσωπο με το νεογέννητο βρέφος, που πριν από λίγες βδομάδες μισούσε και επιθυμούσε την απομάκρυνσή του»