Εφηβεία

Η πορεία προς την ενηλικίωση

Η εφηβεία είναι μια ενδιάμεση ηλιακή περίοδος μεταξύ της παιδικής και της ενήλικης ηλικίας.  Κατά προσέγγιση μπορούμε να πούμε πως αρχίζει γύρω στα 12 για τα κορίτσια και στα 14 για τα αγόρια.  Βιολογικά, αναφερόμαστε στη ραγδαία ανάπτυξη σε σωματικό, νοητικό, συναισθηματικό και κοινωνικό επίπεδο, όπου ολοκληρώνεται με την είσοδο στην ενήλικη ζωή.

Κατά τη περίοδο της εφηβείας, το παιδί περνάει μια κρίσιμη φάση της ζωής του.  Αρχίζει να ανακαλύπτει το σώμα του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.  Οι ραγδαίες αλλαγές είναι «σοκαριστικές» για τον έφηβο.  Συναισθηματικές αλλαγές και σεξουαλικές ενορμήσεις μπορεί να προκαλέσουν αμηχανία ή και ντροπή.  Είναι ένα μεταβατικό στάδιο όπου το παιδί φεύγει σταδιακά από την ομπρέλα της οικογένειας και αρχίζει να ανεξαρτητοποιείται μέχρι να ανακαλύψει τη προσωπική του ταυτότητα.  Το παιδί αναπτύσσει κριτική σκέψη και τη δική του ιδεολογία.  Οι έφηβοι δοκιμάζουν να είναι διαφορετικά άτομα από αυτό που ήταν έως τώρα, κάτι που συχνά φέρνει ρίξει με τους γονείς, οι οποίοι νιώθουν να απειλούνται με τις αλλαγές που παρατηρούν στα παιδιά τους.  Και όλο αυτό, σήμερα που η πρωιμότητα της ενήβωσης έχει σαν αποτέλεσμα το άτομο να γίνεται πιο γρήγορα σεξουαλικά ώριμο, είναι ακόμα πιο δύσκολο αφού συναισθηματικά δεν έχει επέλθει η συναισθηματική ωρίμανση και φυσικά υπάρχει ακόμα η ανάγκη να νιώθουν την ασφάλεια της οικογένειας.  Από τη μία μεριά εξαρτώνται από τους γονείς τους και από την άλλη επιθυμούν την ανεξαρτησία τους.  Στην προσπάθειά τους να αποχτήσουν την ανεξαρτησία τους που είναι απαραίτητο στοιχείο για το χτίσιμο της ταυτότητας, αντιδρούν με θυμό και πείσμα στους γονείς τους. Μόνο σε γονείς που συμπεριφέρονται με κατανόηση, σταθερότητα και χωρίς αυταρχισμό, μπορούν οι έφηβοι να μιλήσουν ανοιχτά για τους προβληματισμούς τους.

Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, ο έφηβος μπορεί να είναι αμφιθυμικός στη σχέση με τους γονείς καθώς βρίσκεται σε μία συνεχόμενη πάλι να αποκτήσει τη δική του ταυτότητα.  Από τη μία πλευρά παλεύουν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία του, από την άλλη όμως αντιλαμβάνονται πως δεν είναι έτοιμος να φύγει από την οικογένεια.  Αυτό από μόνο του δημιουργεί θυμό που στρέφεται προς την οικογένεια και τον εαυτό.  Έτσι, ο έφηβος ταλαντεύεται προς την αναζήτηση συμπαράστασης από τους γονείς και προς την άρνηση κάθε βοήθειας όταν φοβάται μήπως χάσει την ανεξαρτησία του.  Πρόκειται για μια φυσική αντίδραση και έχει σημασία η στάση των γονιών.  Πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι για να είναι βοηθητικοί με τα παιδιά τους, είναι να παραμείνουν σταθερή φιγούρα, πρόθυμοι να ακούσουν χωρίς να προσπαθούν να κυριαρχήσουν πάνω στον έφηβο.    

Ως κατακλείδα, σε αυτό το μεταβατικό στάδιο που τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά «πενθούν» για το τέλος της παιδικής ηλικίας, είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ένα περιβάλλον όπου ο έφηβος μπορεί να εμπιστευτεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, να είναι κάποιος εκεί να τον ακούσει, να τον καταλάβει, και όχι να τον κρίνει.